

Φέτος συμπληρώνονται 70 χρόνια από τον σεισμό που έπληξε τη Σαντορίνη, προκαλώντας την απώλεια δεκάδων ανθρώπων και μεγάλες καταστροφές στους οικισμούς και τις υποδομές του νησιού. Η περίοδος που ακολούθησε αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα μετασεισμικής ανασυγκρότησης στην Ελλάδα.
Η στέγαση των σεισμόπληκτων δεν αντιμετωπίστηκε αποκλειστικά ως τεχνικό έργο αποκατάστασης, αλλά ως μια ευρύτερη παρέμβαση που περιλάμβανε κατοικίες, δημόσιες υποδομές, σχολεία, εκκλησίες και κοινόχρηστους χώρους. Η ανοικοδόμηση αποτέλεσε πεδίο συνάντησης ανάμεσα στη μοντέρνα αρχιτεκτονική σκέψη και την τοπική αρχιτεκτονική παράδοση.
Σήμερα, πολλά από τα κτίρια της περιόδου έχουν αλλοιωθεί από προσθήκες και μεταγενέστερες επεμβάσεις, ενώ τα οικιστικά συγκροτήματα έχουν σε μεγάλο βαθμό αφομοιωθεί από τη συνεχιζόμενη οικοδομική ανάπτυξη. Διατηρούνται, ωστόσο, μεμονωμένα κτίρια και δημόσιοι χώροι που εξακολουθούν να φέρουν τα μορφολογικά και συνθετικά χαρακτηριστικά εκείνης της περιόδου και μας επιτρέπουν να αναγνωρίσουμε το αποτύπωμα αυτού του πρωτοποριακού εγχειρήματος.
Η έκθεση παρουσιάζει αρχειακό υλικό και αποτελέσματα επιστημονικής έρευνας των επιμελητών για την περίοδο της ανοικοδόμησης, φωτίζοντας τόσο την έκταση της καταστροφής όσο και τη σύνθετη διαδικασία του σχεδιασμού και της υλοποίησης.
Μέσα από σχέδια, φωτογραφίες και αρχειακό υλικό, ο επισκέπτης καλείται να γνωρίσει το τελικό αποτέλεσμα, αλλά και τη διαδικασία που προηγήθηκε: τις δυσκολίες της ανοικοδόμησης, τις προθέσεις των αρχιτεκτόνων, την αναζήτηση μιας σύγχρονης αρχιτεκτονικής έκφρασης που να συνομιλεί με τον τόπο, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο οι νέες παρεμβάσεις έγιναν αποδεκτές, κατοικήθηκαν και σταδιακά μετασχηματίστηκαν από τους ίδιους τους κατοίκους
